Γιάννης Ζαχαριάς: H ελληνική γεωργία στη μεταμνημονιακή εποχή

19.04.2019

Η ομιλία του αγρότη, Δημοτικού Σύμβουλου Κιλελέρ στο 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Θεσσαλίας.

Η σημασία της γεωργίας για τη χώρα μας θεωρώ πως είναι αντιληπτή στον καθένα μας, καθώς η διαχρονική σχέση παραγωγής – υπαίθρου αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δομής της ελληνικής κοινωνίας. Πέραν της συνεισφοράς του πρωτογενούς τομέα στο Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν (ΑΕΠ), δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί και εγγυητή της συνοχής της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα αλλά και θεματοφύλακα της εθνικής μας ασφάλειας, ιδιαίτερα στις ευαίσθητες παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές.

Με ουσιαστική συμμετοχή στο ΑΕΠ, η ελληνική γεωργία συνιστά βασικό πυλώνα της εθνικής οικονομίας συντηρώντας εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και εξασφαλίζοντας εισροή σημαντικών κοινοτικών πόρων και προγραμμάτων στον εθνικό κορβανά. Συνάμα, επιτελεί και τον βασικό της ρόλο που δεν είναι άλλος από τη διατροφική επάρκεια – αυτοτέλεια της χώρας μας, παράγοντας εξόχως σημαντικός, ειδικά σε περιόδους κρίσεων.

Στις δεκαετίες που πέρασαν η ελληνική γεωργία κλήθηκε να διαδραματίσει διαφορετικούς ρόλους ανάλογα με την εποχή. Άλλος ο ρόλος της στη μεταπολεμική Ελλάδα όπου η αυτοαπασχόληση και η διατροφική αυτονομία ήταν τα μεγάλα ζητούμενα, άλλος από το 1960 και μετά, όπου άρχισε να μπαίνει η μαγιά για την ανάπτυξη και της μεταποίησης των αγροτικών προϊόντων. Διαφορετικός ο ρόλος αυτός από το 1981 και εντεύθεν με την είσοδο της χώρας μας στην Ε.Ο.Κ. καθώς η αύξηση της παραγωγής κα η εξασφάλιση σταθερού εισοδήματος στους αγρότες με την ευρεία έννοια ήταν η κατευθυντήρια γραμμή, ώστε να υπάρξει διατροφική αυτάρκεια και ισόρροπη ανάπτυξη σε επίπεδο Ε.Ε.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες υπήρξε, πράγματι, αύξηση της αγροτικής παραγωγής που συνδυάστηκε με σημαντικές αλλαγές στην ύπαιθρο, έργα υποδομής και υιοθέτηση νέων, μοντέρνων τεχνολογιών στην γεωργία και κτηνοτροφία, ως απόρροια των γενναίων ενισχύσεων της Ε.Ε. στο πλαίσιο των πολιτικών σύγκλησης των κρατών – μελών της. Σε αυτό το διάστημα ζήσαμε μια πρώτη περίοδο ευμάρειας και ανάπτυξης της υπαίθρου, η οποία δυστυχώς δεν θεμελιώθηκε με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε μακροπρόθεσμα να καταστήσει τον αγροτικό τομέα ισχυρό και ανταγωνιστικό στο σκληρό διεθνές περιβάλλον. Χάσαμε τότε την ευκαιρία να εξελίξουμε τον πρωτογενή μας τομέα σε μία σύγχρονη ατμομηχανή για την εθνική μας οικονομία με αναβαθμισμένη συμμετοχή στο ΑΕΠ μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση και ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έχουν τα ελληνικά προϊόντα.

Η επίπλαστη ασφάλεια των επιδοτήσεων και η λανθασμένη προσέγγιση στην αγροτική έρευνα από πλευράς της πολιτείας, όπως και η αποτυχία των αγροτών να συγκροτήσουν και να διατηρήσουν βιώσιμα συνεργατικά – συνεταιριστικά σχήματα οδήγησαν, για μία μεγάλη περίοδο που εκτείνεται μέχρι και σήμερα, στη στασιμότητα και στον εγκλωβισμό μας σε ένα ξεπερασμένο μοντέλο παραγωγής δίχως σαφή προσανατολισμό και αναπτυξιακή στρατηγική.

Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, η εσωστρέφεια της ελληνικής γεωργίας οδήγησε σε σταδιακή συρρίκνωση του παραγόμενου εισοδήματος, που εν τέλει αποτυπώθηκε και ως αρνητικός δείκτης στο αγροδιατροφικό ισοζύγιο. Με δυο λόγια, φθάσαμε σε σημείο οι εισαγωγές της Ελλάδας σε γαλακτοκομικά προϊόντα ή κρέας να συναγωνίζονται σε αξία εκείνες των ορυκτών καυσίμων.

Δίχως, λοιπόν, σαφή σχεδιασμό και προσανατολισμό για τον πρωτογενή μας τομέα και με τεράστιο έλλειμμα στην εφαρμοσμένη έρευνα και την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής φθάσαμε το 2009 στην εκδήλωση της πιο σκληρής κρίσης που γνώρισε ποτέ η χώρα. Ο οικονομικός στραγγαλισμός της αγοράς και η καθίζηση του εθνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος δοκίμασαν με βίαιο τρόπο τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας, του παραγωγικού μας ιστού και φυσικά των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Οι διαμαρτυρίες των αγροτών είναι συχνές και δικαιολογημένες, αφού η δραματική μείωση του εισοδήματος και η άνευ προηγουμένου αβεβαιότητα για το αύριο συνιστούν παράγοντες που υποσκάπτουν τα ίδια τα θεμέλια της ελληνικής υπαίθρου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, έστω και αργά, νομίζω ότι αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι ο πρωτογενής μας τομέας οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του και να επιδιώξει την εξωστρέφεια που θα οδηγήσει σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων και είσοδό τους με αξιώσεις σε νέες αγορές.

Έχει σημασία στο σημείο αυτό να αναφέρω κάποιους δείκτες που επιβεβαιώνουν το προφανές αλλά σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμοι καθώς καταδεικνύουν και τον τρόπο μέσα από τον οποίο μπορεί να λυθεί το πρόβλημα. Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη τα τελευταία 25 χρόνια σύμφωνα με την EUROSTAT. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε κατά 86% ενώ στη χώρα μας λίγο κάτω από 20%.

Η προστιθέμενη αξία από τη μεταποίηση τροφίμων δεν ξεπέρασε το 10% για την Ελλάδα έναντι 70% στη Δυτική Ευρώπη. Ταυτόχρονα η χώρα μας είναι ελλειμματική σε τρόφιμα κατά 1,2 δισ. ευρώ το χρόνο (το 2017) έναντι πλεονάσματος 9 δισ. κατ’ έτος που καταγράφεται σε επίπεδο Ε.Ε. Επίσης, στην αγροτική έρευνα τα ποσά που δαπανήθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια ανήλθαν σε 33 ευρώ ανά εκτάριο σε επίπεδο Ε.Ε. έναντι μόλις 11 ευρώ ανά εκτάριο στην Ελλάδα. Κορυφαία χώρα στο συγκεκριμένο τομέα η Ολλανδία, η οποία επένδυσε 200 ευρώ ανά εκτάριο καταφέρνοντας να μειώσει το κόστος παραγωγής κατά 67%.

Για τη χώρα μας υποπολλαπλάσιοι, ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν και οι πόροι που διατέθηκαν για την έρευνα σύμφωνα με στοιχεία του FAO, μόλις 0,8% του ΑΕΠ έναντι 1,8 στην Ολλανδία και 4,1% στο Ισραήλ.
Στον κόσμο αυτό δεν ζούμε μόνοι μας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η παγκοσμιοποίηση έκανε τον πλανήτη μας μία μεγάλη γειτονιά. Προϊόντα και υπηρεσίες είναι προσιτά σε όλα τα μήκη και πλάτη και όσο αυτό δημιουργεί δυσκολίες και ανταγωνισμό άλλο τόσο φέρνει ευκαιρίες και νέα δεδομένα.

Πιστεύω ότι ζούμε σε μία μεταβατική περίοδο όπου ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ελλάδα προσομοιάζει με κοιμώμενο γίγαντα, που περιμένει το κατάλληλο έναυσμα για να ξυπνήσει διαδραματίζοντας τον ρόλο που του αρμόζει.

Η ανάπτυξη στην ελληνική γεωργία και κατ΄επέκταση στην εθνική οικονομία μπορεί να βασιστεί σε δύο πυλώνες. Διατροφική αυτάρκεια και εξωστρέφεια παραγόμενων προϊόντων. Τα περιθώρια έστω και μέχρι τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τεράστια. Φανταστείτε σε πιο σημείο οπισθοδρόμησης είχαμε φθάσει ώστε να μιλάμε για τη χώρα μας, με τα απίστευτα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει σε δεκάδες αγροτικά προϊόντα, να θέσει ως στόχο την προσέγγιση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η κατάσταση αυτή δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν.

Η διαδρομή μας εντός της Ε.Ε. όλα αυτά τα χρόνια πέραν των όσων αρνητικών δημιουργήθηκαν, κυρίως εξαιτίας δικών μας παραλείψεων ή λαθών, άφησε και θετικό αποτύπωμα ιδίως σε ότι αφορά την αγροδιατροφή. Η συμμόρφωση της Ελλάδας με τα ευρωπαϊκά ποιοτικά πρότυπα στην αλυσίδα της παραγωγής (λίπανση, φυτοπροστασία, ιχνηλασιμότητα) αποτελούν σημαντικό εχέγγυο για το μέλλον του πρωτογενούς μας τομέα. Έχουμε κατοχυρώσει τη δυνατότητα παραγωγής ασφαλών τροφίμων και έχουμε εκπαιδεύσει τους παραγωγούς μας στην υιοθέτηση σύγχρονων προτύπων καλλιέργειας από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή.

Ο στόχος μας πρέπει να είναι η ανάδειξη και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, όπως είναι το μεσογειακό κλίμα, τα προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας και ποιότητας, η κομβική θέση και η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε όλες τις αγορές του πλανήτη. Η στόχευση αυτή οφείλει κατά τη γνώμη μου να συνοδευτεί από την ενίσχυση της σύγχρονη καλλιεργητικής κουλτούρας των παραγωγών. Είμαστε ικανοί μέσα σε λίγα χρόνια να εκτοξεύσουμε την διαθεσιμότητα και την αξία των ελληνικών προϊόντων.

Όχι όμως προσφέροντας στις αγορές χύμα λάδι, όσπρια, δημητριακά ή ξηρούς καρπούς αλλά τυποποιημένα αγροτικά προϊόντα από επώνυμους παραγωγούς με συγκεκριμένα, κατοχυρωμένα χαρακτηριστικά ασφάλειας και ποιότητας. Οφείλουμε να κεφαλαιοποιήσουμε την εμπειρία όλων των προηγούμενων ετών.

Η προστιθέμενη αξία είναι η λέξη κλειδί προς την κατεύθυνση της αύξησης του αγροτικού ΑΕΠ και της συνολικής ενδυνάμωσης του αγροτικού μας τομέα. Η αντιμετώπιση του μικρού μέγεθος των εκμεταλλεύσεων μέσω των ομάδων παραγωγών, η δυναμική είσοδος της δενδροκαλλιέργειας και των οπωροκηπευτικών, η κατοχύρωση επώνυμων προϊόντων, η διασύνδεση με άλλους τομείς της οικονομίας αλλά και με το τουριστικό προϊόν είναι κινήσεις που μπορούν να προσδώσουν νέα δυναμική στην ελληνική παραγωγή.

Από την πλευρά της πολιτείας η εξασφάλιση ενός δίκαιου και σταθερού φορολογικού – ασφαλιστικού συστήματος, η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό με όρους Ε.Ε., η μείωση του κόστους ενέργειας και παραγωγής καθώς και η εξυγίανση του κυκλώματος διακίνησης των αγροτικών προϊόντων συνιστούν κινήσεις επιβεβλημένες για την υποστήριξη των παραγωγών.

Αν θέλουμε, δε, να συγκεκριμενοποιήσουμε τη χάραξη εθνικής στρατηγικής για τον πρωτογενή τομέα, θα έλεγα ότι αυτή δε μπορεί να μην περιλαμβάνει τη εγκαθίδρυση ενός πρωτοκόλλου συνεργασίας ανάμεσα σε όλους τους παραγωγικούς φορείς και συντελεστές της αγροτικής παραγωγής. Ένα πρωτόκολλο που θα ενσωματώνει και την εκμετάλλευση του εξαιρετικού επιστημονικού δυναμικού της χώρας, που τα τελευταία χρόνια φυλλοροεί στο εξωτερικό, όχι ως ανειδίκευτοι εργάτες αλλά ως καταρτισμένοι επιστήμονες που τους εκπαιδεύσαμε εμείς και τους αξιοποιούν οι οικονομίες άλλων χωρών.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, η ανάδειξη της ασφάλειας και της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων, η αξιοποίηση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, η αποφυγή της επανάληψης λαθών του παρελθόντος μπορούν να αποτελέσουν δομικά στοιχεία για την αναγέννηση της αγροτικής μας παραγωγής και κατ΄ επέκταση της ελληνικής υπαίθρου. Κινήσεις που πρέπει να συνδυαστούν με την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των κοινωνικών δομών της χώρας για τη μεγιστοποίηση του θετικού αποτελέσματος.

Οι δήμοι και οι περιφέρειες έχουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, ειδικά στην περιοχή μας, προάγοντας τη διαρκή ενημέρωση των παραγωγών για τις διεθνείς εξελίξεις στην παραγωγή και διάθεση των προϊόντων αλλά και με στοχευμένες παρεμβάσεις υποστηρικτικής μορφής, που θα υπηρετούν ένα συγκεκριμένο όραμα, απολύτως ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο.

Η πολιτεία τα τελευταία χρόνια δείχνει να έχει λάβει το μήνυμα και οι παρεμβάσεις στον τομέα της ενέργειας (ενεργειακές κοινότητες), των ελέγχων στη διακίνηση των προϊόντων, της μοριοδότησης της καινοτομίας και της δενδροκομίας, την λειτουργία της διεπαγγελματικής βάμβακος, την προώθηση της φαρμακευτικής κάνναβης, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

Με τη συνδρομή όλων, με όραμα και πίστη, νομίζω ότι ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί. Το οφείλουμε στην πατρίδα μας, στη γενιά μας, στα παιδιά μας και στο ίδιο το μέλλον της πολυαγαπημένης μας υπαίθρου.

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους συντελεστές αυτού του συνεδρίου πιστεύοντας ότι συνιστά ουσιαστικό κεκτημένο στην προσπάθεια ανάπτυξης της ελληνικής γεωργίας.

Κύριοι υπουργοί της Κυβέρνησης σηκώστε το γάντι της πρόκλησης. Φίλοι αγρότες και συντελεστές της αγροτικής παραγωγής, τολμήστε την αναδιάρθρωση στην κατεύθυνση που μας δείχνει η αγορά.
Όραμα χρειάζεται η γεωργία μας και εξωστρέφεια, όχι μόνο διαχείριση κονδυλίων και πόρων.